Δωρεάν

Πρόληψη & Συμβουλευτική

Συμβουλευτική

Η υπηρεσία δωρεάν Πρόληψης & Συμβουλευτικής σας παρέχει την δυνατότητα να μας γνωρίσετε… και να αντιληφθείτε και να κατανοήσετε καλύτερα τον τρόπο σκέψεως και εργασίας μας διευρύνοντας παράλληλα την γνωστική αντίληψη και το γνωστικό σας πεδίο ούτως ώστε να επιλέξετε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
 
Οι αναρτήσεις δεν αποτελούν –επ’ ουδενί– διαφημιστικό προϊόν και έχουν αναρτηθεί –αποκλειστικά και μόνον– για την ευρύτερη ενημέρωσή των επισκεπτών της ιστοσελίδας!
 
Μέσα από γεγονότα, εμπειρίες, ιστορικές αναδρομές, αντικειμενικά δεδομένα και συσχετισμούς παρουσιάζονται, αναλύονται και προτείνονται λύσεις σύμφωνες με την αντίληψη, τις απόψεις, τις θέσεις, την πρακτική εφαρμογή και την φιλοσοφική αντίληψη και θεώρηση του l’ Ange Nicolas.

Το «άτυπο» ξεκίνημα της Συμβουλευτικής Επιστήμης άρχισε να διαμορφώνεται από τότε που ξεκίνησαν να «δομούνται» οι ανθρώπινες σχέσεις και είχε ως «σημείο εκκίνησης» την ανθρώπινη ανάγκη προσφοράς βοήθειας στα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός τους που την χρειάζονταν.

Εξελίχθηκε σε ειδίκευση της επιστήμης της ψυχολογίας για να είναι περισσότερο αποτελεσματική, να μειώνει τα περιθώρια λαθών που γίνονται από άγνοια και κακούς χειρισμούς και όταν παρουσιάστηκε η ανάγκη να είναι περισσότερο αποτελεσματική και ευεργετική για τον άνθρωπο, ενώ η πρακτική της στηρίχθηκε στις επιστημονικές θεωρίες της ανθρώπινης προσωπικότητας και συμπεριφοράς, οι οποίες διαμόρφωσαν την φύση της Επιστήμης της Συμβουλευτικής.

Η Συμβουλευτική ασχολείται με την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας του ανθρώπου και την προώθηση της αυτογνωσίας του, η οποία βοηθά στην καλύτερη χρήση των αποθεμάτων και των ικανοτήτων που διαθέτει το άτομο για να φτάσει στην αυτοπραγμάτωσή του έχοντας ως στόχο να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει τις εσωτερικές του δυνάμεις και δυνατότητες στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

 

Ορισμός:

Ετυμολογικά ο όρος συμβουλευτική δηλώνει ότι κάποιος δέχεται ή δίνει συμβουλή/συμβουλές και παρ’ όλο που το ρήμα συμβουλεύομαι σημαίνει ζητώ από κάποιον να μου δώσει μία συμβουλή, να μου πει δηλαδή τι πρέπει να κάνω για να λύσω ένα συγκεκριμένο μου πρόβλημα (π.χ. νομικό, οικογενειακό, οικονομικό κ.λπ.), η επιστήμη της συμβουλευτικής δεν κάνει αυτό, αλλά προσανατολίζεται κυρίως στο πως θα διευκολύνει το άτομο να κατανοήσει καλύτερα τι του συμβαίνει, στο να το ενθαρρύνει να θέσει τους προσωπικούς του στόχους, να βρει το ίδιο διέξοδο από τις προσωπικές του δυσκολίες και να λύσει τα καθημερινά και υπαρξιακά του προβλήματα.

Η Συμβουλευτική δεν δημιουργεί εξαρτώμενα άτομα αλλά τα βοηθάει δείχνοντάς τους πώς να αναπτυχθούν στον μέγιστο βαθμό των δυνατοτήτων τους, να ανεξαρτητοποιηθούν, να αποκτήσουν δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων και να αυτονομηθούν ούτως ώστε να ζήσουν μια γεμάτη και εκπληρωμένη ζωή. Για να επιτευχθούν οι συμβουλευτικοί στόχοι απαιτείται ένα ιδιαίτερο και συγκεκριμένο προφίλ από υψηλού επιπέδου εκπαιδευμένους συμβούλους με ειδικούς κανόνες, σχετική εμπειρία, ανάλογες μεθόδους, συνέπεια, βέλτιστες τεχνικές, θετική φιλοσοφία και ιδιαίτερη ευαισθητοποίηση.

Στην αντικειμενική πραγματικότητα η συμβουλευτική δεν έχει ως στόχο την παροχή συμβουλών και δεν χρησιμοποιείται με αυτόν τον τρόπο διότι η συμβουλευτική είναι μια διαδικασία αλληλεπίδρασης και ουσιαστικής επικοινωνίας με σκοπό την παροχή βοήθειας σε ένα άτομο ή σε μια ομάδα ατόμων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή προβλήματα, τα οποία δεν μπορούν να διαχειριστούν μόνοι τους. Οι δυσκολίες ή τα προβλήματα αυτά μπορεί να αφορούν στην προσαρμοστικότητα τους σε δύσκολες καταστάσεις, στην σχέση τους με τον ίδιο τους τον εαυτό, στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, στην επαγγελματική τους ζωή, στην εξέλιξή τους, στην κοινωνικοποίησή τους. Η συμβουλευτική μπορεί να εμπεριέχεται και να λειτουργεί σε επίπεδο πρόληψης ως μία προσπάθεια ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και πληροφόρησης των ανθρώπων με σκοπό να δίνει στον συμβουλευόμενο την ευκαιρία να εξερευνήσει, να ανακαλύψει και να αποσαφηνίσει τους τρόπους που θα του παράσχουν μια ζωή δημιουργική και πιο ικανοποιητική. Συμπεριλαμβάνει επίσης την εργασία με άτομα και με σχέσεις, η οποία μπορεί να συνδέεται με την ανάπτυξη, την υποστήριξη κρίσεων, να είναι καθοδηγητική, ψυχοθεραπευτική και να έχει στόχο την επίλυση προβλημάτων.
 
Η Συμβουλευτική είναι μια μέθοδος που βοηθά τους ανθρώπους να σκεφτούν και να συζητήσουν τα προσωπικά τους προβλήματα, προκειμένου να ανακουφιστούν, να αποκτήσουν μεγαλύτερη κατανόηση και να βρουν κάποια διέξοδο από τις δυσκολίες που τους παρουσιάζονται και τα προβλήματα που τους ταλαιπωρούν. Είναι μία άκρως εμπιστευτική διαδικασία με κύριο χαρακτηριστικό της την συζήτηση και υπάρχουν διάφορες σχολές συμβουλευτικής σκέψης που υποστηρίζουν την συμβουλευτική πρακτική για να επιλέξετε ποια σας ταιριάζει (π.χ. γνωσιακή/συμπεριφορική, προσωποκεντρική, συστημική, υπαρξιακή, ψυχοδυναμική κ.λπ.).
Η σωστή εφαρμογή πρόληψης εμπεριέχει τόσο την συμβουλευτική όσο και την ψυχοθεραπεία.
 
α.) Ομοιότητες:
Αφορούν στους στόχους τους (προσωπική ανάπτυξη και εξέλιξη των συμβουλευομένων) καθώς και στην σημασία που δίνουν στην σχέση ανάμεσα στους ειδικούς και στους συμβουλευομένους.
β.) Διαφορές:
Η συμβουλευτική χαρακτηρίζεται από την αμεσότητα της και στοχεύει περισσότερο στο «εδώ και τώρα» και στα αποτελέσματα των ενεργειών των ανθρώπων στην καθημερινή τους ζωή! Η δε ψυχοθεραπεία προσπαθεί να εμβαθύνει περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου ώστε να επιτύχει την αναδόμηση της προσωπικότητάς του.
Η συμβουλευτική λειτουργεί κυρίως σε εκπαιδευτικούς χώρους (π.χ. νηπιαγωγεία, παιδικούς σταθμούς, σχολεία, πανεπιστήμια), εργασιακούς χώρους, κέντρα υγείας, κοινωνικές υπηρεσίες ενώ η ψυχοθεραπεία μπορεί να πραγματοποιηθεί και σε κλινικά πλαίσια.
Χρησιμοποιείται επίσης για τον προγραμματισμό και σχεδιασμό δράσεων προς όφελος του συμβουλευομένου, αφού εξ αρχής έχουν αποσαφηνιστεί οι επιθυμητοί για αυτόν στόχοι. Υπό αυτήν την έννοια, η συμβουλευτική σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ τους είναι ο χώρος (κυριολεκτικός και μεταφορικός) εντός του οποίου πραγματοποιούνται η διερεύνηση και η αποσαφήνιση.
 
Η συμβουλευτική έχει ως στόχο να βοηθηθούμε για  να ξεπεράσουμε διάφορα ζητήματα που μας ταλαιπωρούν και μας εμποδίζουν να προχωρήσουμε ως άνθρωποι διότι είναι μία μορφή ψυχοθεραπείας, η οποία μας βοηθά να γίνουμε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας –αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις που μας δυσκολεύουν– για να βελτιώσουμε τις σχέσεις μας, να επεξεργαστούμε και να ξεπεράσουμε οδυνηρά συναισθήματα, να λύσουμε θέματα ψυχικής υγείας, να προσαρμοστούμε σε δύσκολες αλλαγές, να τροποποιήσουμε συμπεριφορές και συνήθειες που μας υπονομεύουν, με την βοήθεια ενός εκπαιδευμένου συμβούλου.
 
Στόχος είναι να βοηθηθούμε, να εξετάσουμε και να ξεπεράσουμε τα προβλήματα που μας ταλαιπωρούν και μας εμποδίζουν να εξελιχθούμε και να ολοκληρωθούμε ως οντότητες. Η ψυχοθεραπεία μας βοηθά και μας δίνει την δυνατότητα να ζήσουμε την ζωή που επιθυμούμε.
 
Το πιο ενδιαφέρον και ουσιαστικό ταξίδι που μπορούμε να κάνουμε στην ζωή μας είναι μέσα στον εαυτό μας! Εργαζόμαστε και μαθαίνουμε να ξεπερνάμε τα εμπόδια που παρουσιάζονται, διευρύνοντας τα όρια μας, ούτως ώστε να ζήσουμε μια ζωή ελεύθερη, ουσιαστική, χωρίς εξωτερικούς ή εσωτερικούς εξαναγκασμούς.
Με βάση την διαδικασία και την μεθοδολογία που χρησιμοποιεί διακρίνουμε την συμβουλευτική σε:
 
α.) Ατομική
Η ατομική συμβουλευτική πραγματοποιείται ανάμεσα στον σύμβουλο και τον συμβουλευόμενο και έχει ως στόχο την παροχή βοήθειας στο συμβουλευόμενο άτομο.
β.) Ομαδική
Η ομαδική συμβουλευτική πραγματοποιείται μεταξύ του συμβούλου και δύο ή περισσοτέρων ατόμων και ο στόχος είναι να δει το κάθε άτομο ξεχωριστά τον εαυτό του μέσα στα πλαίσια μιας ομάδας και μέσω της αλληλεπίδρασης με τα άλλα μέλη να οδηγηθεί σε προσωπική ανάπτυξη και εξέλιξη.
 
Το είδος της βοήθειας που προσφέρει ως προς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ανθρώπων προς τους οποίους απευθύνεται η ομαδική βοήθεια, μπορεί να πάρει διάφορες μορφές.
 
1. Προληπτική συμβουλευτική (σε γενική αρχικά βάση και ειδικότερη αναλόγως την περίπτωση).
2. Γονεϊκή συμβουλευτική (με ευρύτερη εφαρμογή σε όλη την οικογένεια, γονείς/παιδιά/συγγενείς κ.λπ.).
3. Εκπαιδευτική συμβουλευτική.
4. Εργασιακή συμβουλευτική.
5. Συμβουλευτική αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών ή δύσκολων-κρίσιμων καταστάσεων (π.χ. ατυχημάτων, φυσικών καταστροφών ή φαινομένων κ.λπ.).
6. Συμβουλευτική για άτομα τρίτης ηλικίας, καθώς και οπουδήποτε αλλού θα μπορούσε να αποδώσει (π.χ. εξαρτήσεις από το αλκοόλ ή τα ναρκωτικά κ.λπ.).
 
Ανάμεσα στον σύμβουλο και τον συμβουλευόμενο αναπτύσσεται μία σχέση που περιλαμβάνει όλες εκείνες τις στάσεις και τα συναισθήματα που έχουν τα 2 άτομα, τα οποία παίρνουν μέρος στην συμβουλευτική, ο ένας για τον άλλον. Η σχέση αυτή πρέπει να κτίζεται από τις πρώτες κιόλας συνεδρίες, έτσι ώστε να κάνει τον συμβουλευόμενο να νιώσει άνετα και να επιθυμεί να επιστρέψει σε επόμενες συναντήσεις αν αυτό κρίνεται αναγκαίο ή απαραίτητο.

 Όταν έχουμε ήδη προσπαθήσει να λύσουμε μόνοι μας κάποια προβλήματα, αλλά δεν τα έχουμε καταφέρει.

  Όταν περνάμε ανεπιθύμητες αλλαγές ή πρέπει να πάρουμε σημαντικές αποφάσεις στην ζωή μας, τις οποίες δυσκολευόμαστε να αντιμετωπίσουμε.

  Όταν γινόμαστε έρμαια των αδυναμιών και των παθών μας και αναζητούμε «δεκανίκια» έχοντας πάσης φύσεως εθισμούς ή εξαρτήσεις (π.χ. αλκοόλ, τζόγος, ψυχοτρόπες ουσίες κ.λπ.).

  Όταν θεωρούμε ότι ήλθε ο καιρός να σταματήσουμε να «θάβουμε» τις αρνητικές καταστάσεις ή τα όσα μας ταλαιπωρούν και αντιληφθούμε ότι χρειαζόμαστε βοήθεια για να να τα δούμε πιο καθαρά και για να τα βάλουμε σε μία τάξη.

  Όταν αντιμετωπίζουμε κακοποιητική συμπεριφορά από την οικογένεια μας αλλά ταυτόχρονα νιώθουμε εγκλωβισμένοι.

  Όταν έχουμε «βαλτώσει»/«κολλήσει» σε κάποιο γεγονός ή κατάσταση και δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε/ξεφύγουμε, παρά τις ειλικρινείς προσπάθειες μας.

  Όταν η έλλειψη αυτοπεποίθησης μας «κρατάει» πίσω και δεν μας αφήνει να εξελιχθούμε και να χαρούμε την ζωή.

  Όταν μας προβληματίζουν θέματα που δυσκολευόμαστε να συζητήσουμε με συγγενείς ή φίλους.

  Όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες στην προσαρμογή ή με την σεξουαλικότητα μας.

  Όταν μας απασχολούν υπαρξιακά ζητήματα (π.χ. γιατί να ζω αφού υποφέρω; τι νόημα έχει η ζωή; κ.λπ.).

  Όταν θέλουμε κάποιον να μας συμπαρασταθεί στην πορεία της επαγγελματικής ή προσωπικής μας ανάπτυξης.

Είναι στην φύση των ανθρώπων να επιθυμούν ή να θαυμάζουν (σύμφωνα με τα λεγόμενα τους) την συμβουλευτική/ψυχαναλυτική/ψυχοθεραπευτική διαδικασία (ως επί το πλείστον εκ του ασφαλούς και εξ αποστάσεως). Την προσεγγίζουν πρώτα θεωρητικά, την πλησιάζουν… κάποιοι κάνουν μία έως πέντε (το πολύ) συνεδρίες και μετά εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Το φαινόμενο έχει πάντα το ίδιο μοτίβο. Επιθυμία μεν, τρόμος, φόβος, παραίτηση και φυγή… δε!
 
Στους περισσότερους ανθρώπους αρέσει το ψυχοθεραπευτικό ταξίδι, αλλά δεν τολμούν να το διανύσουν. Θα ήθελαν να θέλουν, αλλά μάλλον δεν θέλουν αρκετά… Είναι εδώ που το θέλω συνυφαίνεται απόλυτα, χωρίς να ξεχωρίζει με το θρασύ, το θαρραλέο, και το παντοδύναμο μπορώ!
 
Περισσότερο αναζητούν, όχι το όνειρο, τον απώτερο σκοπό, αλλά τα εμπόδια, που αν σκοντάψουν επάνω τους, εύκολα θα ανατραπεί η πορεία προς το «ποθητό» τέλος, την εκπλήρωση δηλαδή της αυτοπραγμάτωσης τους. Λες και από πολύ νωρίς σφιχταγκαλιασμένοι με ένα εύρωστο «δεν μπορώ» που, προκειμένου να αποσιωπήσει την ευθύνη του φορέα του, ψάχνει άπειρες δικαιολογίες (η ανάλγητη, απόμακρη, άστοργη ή ελλιπής προσωπικότητα του θεραπευτή, τα έντονα και απειλητικά συναισθήματα που διεγείρονται, η θαλπωρή της οικείας μετριότητας και ακινησίας του υποψήφιου, οι προβολές στην πρώιμη  θεραπευτική σχέση μιας παλιάς ανάλγητης προδοσίας, ο χρόνος και τα χρήματα που «πάντα» λείπουν… κ.λπ.).
Ανεξάντλητες αλλά πειστικές δικαιολογίες που λένε πρώτα στον εαυτό τους οι υποψήφιοι προς θεραπεία και κατόπιν στον θεραπευτή, αρκεί να μην συνειδητοποιηθεί ακόμη η μεγάλη αλήθεια. Αυτή που βαθιά μέσα τους κρύβεται ώστε να μην γίνει αντιληπτό το τόσο τρομακτικό «όχι, δεν θέλω, ακόμα κι αν μπορώ».
Βλέποντας συχνά ανθρώπους που αρνούνται ανεπαίσθητα και υποσυνείδητα την ζωή και την ζωτικότητα, ξαναθυμόμαστε συνεχώς τα λόγια του Χριστού, που πάντα, σε κάθε περίπτωση επικείμενης ίασης άρρωστου, ρωτάει τον ασθενή την αδιανόητη –κατά πολλούς από εμάς– και για κάποιους… «ανόητη» ερώτηση:  « Πριν σε θεραπεύσω… πες μου, θέλεις να γίνεις καλά; ».
 
Ο Θεάνθρωπος γνωρίζει αυτό που εμείς, μέσα από το σκοτάδι της έλλειψης συνειδητότητας μας συχνά αμφισβητούμε, προσπαθώντας στον εαυτό μας να «χρυσώσουμε» το χάπι. Γνωρίζει πως ο άνθρωπος είναι σπαρακτικά και αμετάκλητα  ελεύθερος να διαλέξει την ζωή του. Να την μπολιάσει με ζωτικότητα ή με θάνατο. Να χτίσει την επιθυμία του. Να απορρίψει, ή να ευοδώσει την αποστολή του. Να επιλέξει –συνήθως ανεπίγνωστα του– τον αργό του θάνατο. Να πει –συχνά μεταμφιεσμένα– «όχι» εμπρός στην δυνατότητα της προσωπικής του ίασης. Να προτιμήσει τα φαντάσματα του πόνου, του ανεπίλυτου, του ατέλειωτου πένθους και της τρομολαγνείας από την υπαρξιακή του ανακαίνιση.
Γνωρίζει πως είναι δέσμιος της ελευθερίας του να προσδίδει ανά πάσα στιγμή νέο νόημα και βαθμούς ελευθερίας στην ζωή του. Όπως ακριβώς είναι επίσης δέσμιος της τρομακτικής ελευθερίας του να σκέφτεται και να πράττει ανελεύθερα.
Επιλέγουμε την συμβουλευτική καθοδήγηση όταν δεν μπορούμε να «βρούμε» και να κατανοήσουμε τον εαυτό μας ή όταν αδυνατούμε να επιλύσουμε τα προβλήματά μας. Συνήθως, αφήνουμε τα πράγματα να προχωρήσουν αρκετά προτού ζητήσουμε βοήθεια και ο κύριος λόγος είναι ο φόβος για το τι θα αντιμετωπίσουμε πίσω από τις κλειστές πόρτες. Το άγνωστο είναι ένας παράγοντας που σίγουρα προσθέτει στην αρχική αμηχανία του ατόμου που θα καταφύγει στην συμβουλευτική διαδικασία, καθώς προσθέτει στο άγχος του αρχικού θεραπευτικού αιτήματος.
 
Το να «αφεθείς» και να εμπιστευθείς έναν άγνωστο, έστω και εάν αυτός είναι θεραπευτής, είναι σίγουρα από μόνο του πρόκληση και συνήθως τα άτομα που επιζητούν την συμβουλευτική καθοδήγηση παρουσιάζονται επιφυλακτικά ή ψάχνουν έναν σύμβουλό με τον ρόλο του «σωτήρα» για να τους δώσει λύσεις σε στιγμές απελπισίας.
 
Το κύριο ερώτημα βέβαια, έχει να κάνει και με τη διαδικασία, τον τρόπο που θα έπρεπε κάποιος να συμπεριφερθεί. Η αμηχανία που αισθανόμαστε ότι θα βιώσουμε σε ένα δωμάτιο με έναν θεραπευτή ή ίσως η σκέψη ότι κάποιος θα μας επικρίνει είναι φυσιολογικά ερωτήματα και συνήθως μόλις αποφασίσουμε να μπούμε στην θεραπευτική διαδικασία, καταλαβαίνουμε ότι είναι απλά μέρος της αντίστασης ενός μηχανισμού άμυνας που μας «προφυλάσσει» από την αλλαγή.
 
Στην ψυχολογία υπάρχουν σχολές και η κάθε σχολή έχει τους δικούς της κώδικες, τρόπους θεραπείας και θεώρησης. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν πράγματα που θα κάνει ο θεραπευτής, τα οποία αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας και είναι αποτέλεσμα της εκπαίδευσης και της ενσυναίσθησης του, η οποία αποτελεί δομικό υλικό για την θεραπευτική σχέση.
 
Περιμένουμε από έναν εξειδικευμένο επαγγελματία Συμβουλευτικής Θεραπείας / Καθοδήγησης / Πρόληψης:
  • Να μας ρωτήσει για τον πραγματικό λόγο της επίσκεψης μας: Ο υπεύθυνος συμβουλευτικής θέλει να μάθει τον πραγματικό λόγο που θελήσαμε να τον επισκεφθούμε. Αυτό γίνεται, όχι μόνον για να μάθει κάποια πράγματα για εμάς, αλλά και διότι ένα από τα σημαντικότερα σημεία στην θεραπεία είναι το θεραπευτικό αίτημα (το θεραπευτικό αίτημα δεν είναι πάντα ξεκάθαρο, με την έννοια ότι το άτομο που θα καταφύγει στην συμβουλευτική πολλές φορές είναι μπερδεμένο και δεν έχει ξεκαθαρίσει στο μυαλό του ακόμα και το ίδιο τον λόγο ή τον τρόπο που θα ήθελε να βοηθηθεί). Η διερεύνηση και ο εντοπισμός του θεραπευτικού αιτήματος είναι πολύ σημαντικά για να τεθούν ξεκάθαρα οι θεραπευτικοί στόχοι και να βασιστεί ένα άρτιο πλάνο θεραπείας που θα μας οδηγήσει προς αυτούς.
  • Να ενδιαφερθεί και να «εμβαθύνει»… θέτοντας μας «προσωπικές» ερωτήσεις: Ο υπεύθυνος συμβουλευτικής δεν ρωτά από περιέργεια για ότι μας αφορά, αλλά από ενδιαφέρον!  Η περιέργεια του δε, δεν οφείλεται σε αγένεια και σίγουρα δεν έχει σκοπό να μας φέρει σε δύσκολη θέση! Ο λόγος για τον οποίο ρωτάει είναι διότι το ιστορικό μας είναι σημαντικό, όχι επειδή μας καθορίζει, αλλά αφενός του επιτρέπει να μας γνωρίσει καλύτερα, αφετέρου επιτρέπει τον καθορισμό κάποιων «μοτίβων» τα οποία αναγνωρίζοντας τα θα δούμε τι ακριβώς επαναλαμβάνεται στην ζωή μας ούτως ώστε να μπορέσουμε να το αλλάξουμε. Στον τρόπο που αντιδρούμε, πολλές φορές, κρύβεται συντελεστική μάθηση. Οπότε, πειράζοντας τις εξαρτημένες αντιδράσεις μας, θα έχουμε στην πορεία… καλύτερο και μεγαλύτερο έλεγχο των αντιδράσεων μας.
  • Να «καθρεφτίσει» την συμπεριφορά μας: Ένας εξειδικευμένος υπεύθυνος συμβουλευτικής θεραπείας έχει ως κύριο σκοπό να «συναντήσει» την ψυχική κατάσταση του θεραπεόμενου. Η στάση του σώματος, ο τόνος και το ύφος της ομιλίας μας, οι κινήσεις μας, ο τρόπος που θα καθίσουμε, η συμπεριφορά μας, η φορά που θα κοιτάμε… όλα θα «καθρεφτιστούν» από τον θεραπευτή! Με αυτόν τον τρόπο επέρχεται και επιτυγχάνεται οικειότητα αλλά και μια συνειδητοποίηση από μεριάς του θεραπευόμενου της κινησιολογίας του (π.χ. εάν εισέλθετε στον χώρο τέλεσης της συνεδρίας και καθίσετε σταυρώνοντας τα χέρια σας… το πιθανότερο είναι ο θεραπευτής σας να κάνει το ίδιο, εάν ο τόνος που μιλάτε είναι υψηλός… ο θεραπευτής πιθανότατα θα προσαρμόσει την φωνή του στη δική σας ούτως ώστε να επιτευχθεί ένας πιο αρμονικός διάλογος και ίσοι όροι).
  • Να μας συστηθεί και να μας ενημερώσει για την προσέγγιση της θεραπείας που θα θελήσει να εφαρμόσει: Ο υπεύθυνος συμβουλευτικής οφείλει και κρίνεται χρήσιμο να μας ενημερώσει/πληροφορήσει σχετικά με την εμπειρία και τις σπουδές του. Υπάρχουν διάφορες σχολές ψυχοθεραπείας (π.χ. γνωσιακή/συμπεριφορική, Gestalt, λογοθυμική, συνθετική, ψυχοδυναμική κ.λπ.). Κάθε επαγγελματίας είναι διαφορετικός!  Έχει διαφορετική προσωπικότητα, διαφορετικό τρόπο αναδόμησης και προσέγγισης του προβλήματος. Είναι υποχρεωμένος να σας μιλήσει για αυτόν τον τρόπο, καθώς και για τον τρόπο που θα αντιμετωπίζεται το κάθε τι κατά την περίοδο της θεραπείας. Μην φοβηθείτε να ρωτήσετε και εσείς από την πλευρά σας για ότι απορία έχετε, ούτως ώστε να επιλέξετε σωστά και να καταλήξετε εάν ο θεραπευτής και ο τρόπος θεραπείας που θέλει να εφαρμόσει… σας ταιριάζει.
  • Να μας εξηγήσει τους όρους της συνεργασίας μας: Λόγω του ότι η θεραπευτική σχέση αποτελεί εκτός από μια διαπροσωπική και μια επαγγελματική σχέση, έχει κάποιες προϋποθέσεις. Οι όροι συνεργασίας, οι οποίοι περιλαμβάνουν τους κανόνες δεοντολογίας (διατήρηση και ρήξη απορρήτου, σχέση στα κοινωνικά δίκτυα κ.λπ.), το θεραπευτικό συμβόλαιο, αλλά και το ύψος της αμοιβής, καθορίζονται συνήθως από την πρώτη συνεδρία. Το θεραπευτικό συμβόλαιο συνήθως είναι ένα έγγραφο το οποίο αναφέρει και εξηγεί όλα τα παραπάνω, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κάθε πλευράς και είναι η βάση της επαγγελματικής συμφωνίας που θα κάνουμε. Ο σκοπός του δεν είναι δεσμευτικός ως προς την θεραπεία, απλά επισφραγίζει την συμφωνία.
  • Να μας ενημερώσει σχετικά με την συμπεριφορά του απέναντι μας σε περίπτωση συναναστροφής/συνάντησης (τυχαίας ή μη) εκτός του χώρου εργασίας/θεραπείας: Στον κώδικα δεοντολογίας αναφέρεται ότι σε περίπτωση που συναντηθούμε σε εξωτερικό χώρο, θα κάνει ότι δεν μας βλέπει και δεν θα έρθει να μας χαιρετήσει, παρά μόνον εάν του μιλήσουμε εμείς πρώτοι (την συγκεκριμένη πρακτική δεν την ακολουθούν όλοι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας). Αυτό δεν συμβαίνει επειδή ο θεραπευτής μας μας απορρίπτει εκτός χώρου εργασίας, αλλά διότι μας προστατεύει από την δύσκολη θέση. Υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν ταμπού το να βλέπουν ψυχολόγο και ίσως το έχουν κρύψει και από τον περίγυρο τους. Επομένως, εάν ο θεραπευτής μας μας χαιρετίσει, μας εκθέτει σε διαδικασία επεξήγησης. Παρ’ όλα αυτά, εάν επιλέξουμε να χαιρετίσουμε τον θεραπευτή μας (π.χ. σε ένα εστιατόριο, στον κινηματογράφο κ.λπ.), το πιθανότερο είναι να κάνει και εκείνος το ίδιο.
  • Να μην αντιδράσει άσχημα ή σοκαριστεί από αυτά που θα ακούσει:  Ένας εξειδικευμένος υπεύθυνος συμβουλευτικής θεραπείας δεν πρέπει να αντιδράσει, να δείξει έκπληξη η κάποιο άλλο έντονο συναίσθημα όταν μας ακούει να του παρουσιάζουμε το πρόβλημά μας. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει κάποια ερωτήματα σχετικά με το αν μας ακούει πραγματικά ή να μας κάνει να αναρωτηθούμε για ποιο λόγο το πρόβλημά μας δεν τον αγγίζει.
Οι λόγοι που οι θεραπευτές είναι γενικά και πρέπει να παραμένουν ανέκφραστοι είναι δύο:
  1. Εξαιτίας μίας διαδικασίας που ονομάζεται «ομαλοποίηση» και έχει ως σκοπό να μας κάνει να καταλάβουμε πως στην θέση μας έχουν βρεθεί πολλοί άνθρωποι και πως η ντροπή ή η ενοχή που φέρουμε για αυτό που αισθανόμαστε είναι μεγεθυμένη. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως δεν είναι πραγματικά τα συναισθήματά μας, αλλά πως ίσως με το να αισθανόμαστε οι μόνοι που βιώνουμε μια κατάσταση μεγεθύνει τα συναισθήματά μας απέναντι στο πρόβλημα.
  2. Για να επιτρέψουν μεγαλύτερη προβολή. Πρόκειται για την φυσιολογική διαδικασία, κατά την οποία ο θεραπευτής «γίνεται ένα λευκό πανί», για να «προβάλλουμε» επάνω του ότι νιώθουμε. Με αυτόν τον τρόπο θα αναβιώσουμε ευκολότερα καταστάσεις του παρελθόντος, αλλά αυτή την φορά σε προστατευμένο περιβάλλον και μπροστά σε κάποιον που έχει την γνώση, την εμπειρία και την τεχνική να μας καθοδηγήσει.
 
Η συμβουλευτική είναι μια διαδικασία που για τον καθέναν από εμάς έχει διαφορετική αίσθηση και αποτελεί μία εμπειρία που έχει ως στόχο την καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας και του τρόπου που λειτουργούμε. Έχει αντικειμενική και ουσιαστική αξία να το τολμήσουμε και να ξεπεράσουμε τον φόβο για το άγνωστο, δίνοντας χώρο στην καινούρια αντίληψη του εαυτού μας.

Ένας σύμβουλος πρόληψης και ψυχικής υγείας πρέπει να αποδέχεται τον εαυτό του, να έχει ανιδιοτελές και ειλικρινές ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, αυτογνωσία, ενσυναίσθηση ην ικανότητα δηλαδή του συμβούλου να αναγνωρίσει τις εμπειρίες και τα συναισθήματα του συμβουλευομένου, να ταυτιστεί με την ψυχική του κατάσταση και να κατανοήσει τα κίνητρα και την συμπεριφορά του), αυθεντικότητα ην ικανότητα του συμβούλου να είναι ο εαυτός του, να συμπεριφέρεται φυσικά), εμπειρία, ευφυΐα, ηθική, μόρφωση, σεβασμό, υπευθυνότητα, να είναι απεριόριστα δεκτικός και θετικά προδιατεθειμένος απέναντι στον συμβουλευόμενο (άνευ όρων αποδοχή), να ξέρει να ακούει, να κρίνει χωρίς να επικρίνει, να εμπνέει, να καθοδηγεί!

Ο σύμβουλος σέβεται και τηρεί τους Κανόνες Ηθικής Δεοντολογίας που εποπτεύονται συστηματικά και δεν αμελεί την επιστημονική του επιμόρφωση και την προσωπική του ανάπτυξη. Εκπαιδεύεται να ακούει με προσοχή, να βοηθά χωρίς να κρίνει τον συμβουλευόμενο έτσι ώστε να αρθούν τα εμπόδια, να διακρίνει τα λεπτά σημεία των προβλημάτων του, να συμπαραστέκεται στον συμβουλευόμενο έτσι ώστε να ανακαλύψει εκείνος τι είναι καλύτερο για εκείνον –σύμφωνα με τα δικά του θέλω και την δική του πραγματικότητα– να εφαρμόζει μία μη παρεμβατική και μη κατευθυντική προσωποκεντρική υπαρξιστική προσέγγιση, να επαναπροσδιορίζει τις καταστάσεις αλλά και τον εαυτό του.

Επί του πρακτέου!  Ο σύμβουλος δεν συμβουλεύει τον συμβουλευόμενο τι να κάνει ή ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να λύσει τα προβλήματά του (βομβαρδιζόμαστε άλλωστε από συμβουλές, συχνά δε χωρίς να τις ζητήσουμε). Είναι χρησιμότερο, από την υποκειμενική γνώμη ενός «ειδικού», να κατορθώσουμε μελετώντας και προσπαθώντας μόνοι ή με την συμπαράσταση του να «ακούσουμε» την δική μας εσωτερική φωνή, την δική μας γνώμη, τα δικά μας θέλω!

Είμαστε τελείως διαφορετικοί άνθρωποι και δεν υπάρχουν λύσεις, συνταγές, φόρμες που να αποδίδουν, να λειτουργούν ή να ταιριάζουν σε όλους.

1. Η απροθυμία και η αρνητική συμπεριφορά του συμβουλευομένου.
2. Οι διαφορετικές αξίες και στάσεις ζωής αμφοτέρων (συμβούλου/συμβουλευομένου).
3. Ο ανταγωνισμός και ίσως… η εχθρική διάθεση/ψυχρότητα στην σχέση μεταξύ του συμβούλου και του συμβουλευομένου.
4. Η προσπάθεια επιβολής από την πλευρά του συμβούλου των προσωπικών του αντιλήψεων και πεποιθήσεων.
5. Η συναισθηματική και ψυχική ισορροπία αμφοτέρων κατά την περίοδο της διαδικασίας.
 
Η συμβουλευτική είναι μια οριοθετημένη διαδικασία. Έχει αρχή και τέλος! Αρχίζει με ξεκάθαρη οριοθέτηση, σχέση και στόχευση και τελειώνει την στιγμή που από κοινού ο σύμβουλος και ο συμβουλευόμενος κρίνουν ότι οι στόχοι έχουν επιτευχθεί.
 
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου ο τερματισμός της συμβουλευτικής επιβάλλεται από εξωτερικούς παράγοντες. Μία τέτοια είδους διακοπή μπορεί να έχει σοβαρή συναισθηματική επίπτωση στον συμβουλευόμενο. Σε κάθε περίπτωση όμως, πριν τερματιστεί μια συμβουλευτική σχέση, θα πρέπει να γίνει ανασκόπηση των όσων έχουν επιτευχθεί μέσα από αυτήν, να εκφραστούν τα συναισθήματα και των δύο πλευρών και να ενθαρρυνθεί ο συμβουλευόμενος να αντιμετωπίσει μόνος του τη νέα πραγματικότητα και την ζωή του. Σημαντικό δε, είναι ο σύμβουλος να τονίσει την δυνατότητα του συμβουλευομένου να ξανά απευθυνθεί σε αυτόν… εάν και όταν το κρίνει αναγκαίο.

Οι Φορείς συμβουλευτικής διαδικασίας και Επιστήμης διακρίνονται σε:

  • Δημόσιους/Κρατικούς.
  • Ιδιωτικούς.

Διακρίνονται 2 κλάδοι:

  1. Ιδιωτικοί Φορείς Συμβουλευτικής Επιστήμης ελεγχόμενοι, συνεργαζόμενοι ή υπό την εποπτεία του κράτους.
  2. Ανεξάρτητοι ιδιωτικοί Φορείς Συμβουλευτικής Επιστήμης (ελεύθεροι επαγγελματίες).

Στην Ελλάδα ο αρμόδιος φορέας Συμβουλευτικής και Επαγγελματικού Προσανατολισμού Ε.Ο.Π.Π.Ε.Π. (eoppep.gr) είναι Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, εποπτευόμενο από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και οι δράσεις του είναι θεωρητικά προς την σωστή κατεύθυνση (αλλά είναι επί της ουσίας δωρεάν;)

 



  Αναζητήστε στην χώρα διαμονής σας τον ανάλογο ή αντίστοιχο αρμόδιο φορέα –εάν υπάρχει– ούτως ώστε να γνωρίζετε επακριβώς τα δικαιώματα, τις δυνατότητες και τις προοπτικές που δύναται ή «θέλει» να σας παρέχει…